Πέμπτη, 18 Μαΐου 2017

Η φίλη…


Τα βήματα της ελαφρά σαν άλλης νεράιδας...
Τον είχε δει από ώρα χωμένο μέσα στην παλιά αποθήκη του γεροντικού αλλά δεν ήθελε να τον τρομάξει. Στεκόταν εκεί για ώρα και το λεπτό της φόρεμα λικνίζονταν στα καπρίτσια του ανέμου. Στα χέρια της κρατούσε το αγαπημένο της βιβλίο. Το είχε κυριολεκτικά αγκαλιάσει σφίγγοντας το στην κοιλιά της επάνω. Η θέα του Μανώλη την είχε βγάλει από την ρώτα της ανάγνωσης. Κάθε μεσημέρι καθόταν μετά το φαγητό και απολάμβανέ στην μικρή αυλίτσα του σπιτιού της ένα βιβλίο. Εκεί ανάμεσα στα λουλούδια και τις υπέροχες μυρωδιές , γινόταν ένα με την σιδερένια σκαλιστή λευκή πολυθρόνα κήπου που χρόνια πριν είχε αγοράσει ο πατέρας της χαμένη μέσα στις περιγραφές των αγαπημένων της συγγραφέων.
Εκείνο όμως το απόγευμα ο φίλος των παιδικών της χρόνων την έκανε να ξεχάσει για λίγο την γλυκιά αυτή συνήθεια και να σηκωθεί ώστε να του μιλήσει.
Περπάτησε αργά ως το απέναντι σπίτι από το δικό της. Εκείνο του κυρ Μανώλη και της κυρά Τούλας. Πόσα και πόσα χρόνια δεν είχε περάσει πλάι στους αγαπημένους της γείτονες. Και με τον Μανώλη γνωρίστηκαν από πολύ μικρά από όταν ήταν σχεδόν τεσσάρων. Εκείνος ερχόταν κάθε χρόνο να κάνει διακοπές στην γιαγιά και τον παππού και εκείνη εκεί να τον περιμένει.
Όμορφα χρόνια γεμάτα καλοσύνη, ελπίδα και μια ανείπωτη αγάπη μεταξύ των δυο παιδιών. Όλα ήταν όμορφα. Το Πάσχα , τα Χριστούγεννα και έπειτα εκείνα τα καλοκαίρια που χαλούσε ο κόσμος με τα παιχνίδια και τις φωνές τους. Η Χλόη χαμογέλασε καθώς συνέχισε να τον κοιτάζει έτσι σκυμμένο επάνω από αυτό το ξύλινο κουτί. Το πόδι της έκανε μια ελαφριά κίνηση και ακούστηκε το σούρσιμο από το παπούτσι της που τόση ώρα πατούσε επάνω σε ξερά φύλλα δάφνης που έπεφταν από το υπεραιωνόβιο δέντρο που είχε φυτέψει χρόνια πριν ο προ πάππους του κυρ Μανώλη… (συνεχίζεται)

Της συγγραφέως Κατερίνας Κονίτσα Σωπύλη