Κυριακή, 12 Μαρτίου 2017

Αυτός ό άγνωστος...


Προχθές πήγαμε με την κουμπάρα μου την Καίτη μια...
βόλτα μέχρι το μουσείο της Ακρόπολης.
Πάντα μας αρέσει αυτό και μάλιστα ευχαριστιόμαστε και τον καφέ μας εκεί.
Είναι πράγματι καταπληκτικό, θεωρώ πώς είναι από τα καλύτερα μουσεία του κόσμου.
Αφού ξανακάναμε την βόλτα μας καταλήξαμε στο καφέ για ξεκούραση και χαλαρή κουβεντούλα, με το που ήρθε το εσπρεσάκι μας και φυσικά τα γλυκά μας, όταν μια φωνή από δίπλα μας λέει:
«Συγγνώμη, έχετε ξανάρθει στο μουσείο?»
«Ναι», απαντάμε με μια φωνή και γυρίζουμε να δούμε ποιός ρώτησε…
Κανείς... πουθενά... κανείς δεν καθόταν δίπλα μας....
«Καιτάκι τί γίνεται?»
«Δεν ξέρω, αλλά τον ακούσαμε και οι δύο...»
«Σωστά αλλά πού είναι?»
«Τέλος πάντων ξέχνα το και ας συνεχίσουμε…»
«Δίκιο έχεις...» λέω και ξανακοιτάζω γύρω μου περίεργα
Μετά από λίγο και ενώ είχαμε σκάσει στα γέλια με κάτι πού είπε η Καίτη, ακούμε ξανά μια ευγενική φωνή να μας ρωτάει
«Πόσες φορές έχετε έλθει στο μουσείο?»
Κοιτάμε πάλι τίποτα...
«Μην φοβάστε εγώ ζω εδώ και μού αρέσει να μιλώ στον κόσμο πού νοιώθω ότι μπορεί να με ακούσει….»
«Πού είστε? Ποιός είστε…» ρωτάω λίγο τρομαγμένη ομολογώ, βλέπεις δεν είχε και πολύ κόσμο εκείνη την ώρα το καφέ
«Ναι ξέρω, αλλά μην τρομάζετε, μόνο να με ακούσετε μπορείτε και αυτό γιατί έχετε δυνατά βάιπς...
«Τί λέτε?»
«Από την πρώτη στιγμή πού μπήκατε σάς ένοιωσα, είστε υπέροχες καρδιές!»
«Καίτη τί γίνεται, ποιός μάς κάνει πλάκα?»
 Φωνάζω τον γλυκούλη, ομολογώ σερβιτόρο, και τον ρωτάω
«Συγγνώμη κάποιος μας κάνει πλάκα?»
«Τί εννοείται….», με ρωτάει απορημένος
«Τίποτα, τίποτα…» λέει η Καίτη και συνεχίζουμε την κουβέντα μας, κοιτώντας πάντα γύρω μας
«Δεν ήθελα να τρομάξετε, απλά να μιλήσω με κάποιον...»
«Μάς λέτε πώς είστε... φάντασμα? Μμμμμ… στοιχειώσατε το μουσείο… ο κόσμος, φοβάται….»
«Σάς είπα δεν έχουν όλοι δυνατές και καθάριες καρδιές να με ακούσουν και ναι εδώ κοντά "έφυγα" και ήρθα στο μουσείο πού λατρεύω...»
«Γιατί δεν πήγατε προς το φώς?» τον ρωτάει η Καίτη
«Δεν ξέρω... δεν θέλω να πάω… μάλλον…»
Εκείνη την ώρα μια μεγάλη παρέα με φωνές και γέλια κάθεται δίπλα μας και σπάει την στιγμή
«Αντίο κορίτσια, ευχαριστώωωωω…»
Πάει χάθηκε η φωνή…
«Να ρωτήσουμε φεύγοντας αν πέθανε κανείς εδώ κοντά στο μουσείο, είπα ενώ σκεφτόμουν τον άγνωστο...
Μιλήσαμε πολύ με την κουμπαρούλα μου γι’ αυτά, μιας και τα πιστεύουμε και όταν σηκωθήκαμε να φύγουμε χαιρετίσαμε τον άγνωστο
«Γειά σας...»
«Να ξανάρθετε…», ακούσαμε μια σιγανή φωνή...
«Να ξανάρθετε...»
«Όχι κανείς δεν πέθανε εκεί κοντά, μάς είπαν στην είσοδο...

Όμως εμάς μάς ακολούθησε μια ψύχρα, μια παγωνίτσα μέχρι έξω... αντίο άγνωστε!