Κυριακή, 11 Ιουνίου 2017

«Βήματα στο κενό»… στην προθήκη της αυλής μας!!!


Παραδομένο έμοιαζε το σκεπτικό του Νίκου. Τίποτα...
δεν υπήρχε γύρω του κι ούτε καν τον άγγιζε. Όλες οι εικόνες σπάθιζαν το νου κι έβγαζαν την δική τους εικόνα. Όλα εστίαζαν πάνω σ` εκείνη. Στο γλυκοθώρητο κλαμένο πρόσωπό της, στα δάκρυα που μοιάζαν αγιασμός, στα λόγια που λουλούδιαζαν στα χείλη της, στους ήχους που κελάρυζαν καημό και σκόρπαγαν αγάπη.
Σ' αυτή την πληγωμένη ψυχούλα που ο θεός είχε φορέσει σαν φυλαχτό την ομορφιά όλου του κόσμου. Την έψαχνε ο Νίκος συνεχώς πάνω στα λογγωμένα βουνά, την ζητούσε στις ανήλιαγες ρεματιές κι άλλοτε πάλι πάνω στην γύρη της ανεμώνας που ζήταγε και η μέλισσα το δικό της μερίδιο.
Την έψαχνε παντού όπου βρισκόταν, στην 'Ανοιξη , στο φως ή το σκοτάδι, με χιόνια νάταν ή βροχή, αυτός τηνε ζητούσε, ώσπου την βρήκε στη φωλιά που είχε στην καρδιά του. Τώρα πια ήξερε καλά τι του συνέβαινε. Αγάπη το έλεγαν όλο τούτο. Αγάπη και πόνο. Ένας πόνος γλυκός, κατακτητικός, ισοπεδωτικός.

Κάθε μέρα ο ίσκιος της παραμόνευε στα μάτια του κι ο ερωτικός της χορός κρεμόταν στα βλέφαρά του. Σύγχυση, έρωτας, φόβος και μια επικίνδυνη πραγματικότητα έχτιζε καθημερινά ένα ψυχικό αδιέξοδο που σκοτώνονταν αδιάκοπα τ' αγρίμια της ψυχής με τον λυσσαλέο έρωτα που γεννήθηκε σ' αυτούς τους κολασμένους καιρούς.