Τετάρτη 1 Μαρτίου 2017

Πόσο πονούν οι αναμνήσεις… Μέρος 3ο


Κοντοστάθηκαν...

«Τότε… εδώ… θυμάσαι;» ρώτησε ο Βαγγέλης το φίλο του.
Ο Αλέκος κούνησε το κεφάλι.
Ως πότε άραγε; Ως πότε; συλλογίστηκε.
Παρελθόν………..
Εκείνο το βράδυ είχε βγει για έναν μοναχικό περίπατο στη Φωκίωνος Νέγρη. Κάτι σαν άσχημο προαίσθημα τον κατέτρωγε από το μεσημέρι. Φοβόταν πως κάτι θα συνέβαινε.. Ήταν σαν να μην ήξερε πού πήγαινε. Τα στέκια εκείνα του φαίνονταν τόσο γνωστά, μα και τόσο άγνωστα ταυτόχρονα.  Τα βήματά του τον οδήγησαν σ’ ένα μικρό αλσύλλιο παραδίπλα.  Ξαφνικά, ψιθυριστές φωνές ακούστηκαν πίσω από ένα δέντρο.
«Μα σ’ αγαπώ, Μιράντα, δεν με πιστεύεις;»
Ήταν η φωνή του φίλου του, του Βαγγέλη.
«Κι εμένα μ’ αρέσεις… είσαι τόσο… τόσο διαφορετικός… γλυκός… υπέροχος…»
Ο Αλέκος έσφιξε με δύναμη τις γροθιές του.
«Ο άλλος… μόνο ένα πράγμα ποθεί: να με “παίρνει” με οποιονδήποτε τρόπο....και… λέω… το γούσταρα στην αρχή μα τώρα… τώρα… σιχαίνομαι», συνέχισε η Μιράντα.
Δεν κάθισε ν’ ακούσει περισσότερο. Με ένα σάλτο, βρέθηκε ξαφνικά μπροστά τους.
«Προδότη, ώστε έτσι;» φώναξε στο φίλο του. «Όλα μαζί, όλα κοινά, αυτό δεν είχαμε συμφωνήσει; Όλα να τα μοιραζόμαστε… όλα. Ακόμα κι αυτή την πουτάνα από δω… τι άλλαξε τώρα, ε; Τι άλλαξε;»
«Στο είχα πει ότι άρχισα να νιώθω πράγματα για κείνη», του είπε ο Βαγγέλης, κάνοντας προσπάθεια να φανεί ήρεμος. «Εσύ, όμως, όχι… όχι… δεν ήθελες να ακούσεις. Το μόνο που σε ένοιαζε ήταν το στοίχημα. Ένα ανόητο στοίχημα που βάλαμε μισομεθυσμένοι και…»
«Αλέκο εγώ… εμείς…», παρενέβη η Μιράντα.
«Τι εσείς ε; Τι εσείς; Πουτανάκι…»
Το χαστούκι στο μάγουλο της αντήχησε σαν κρότος.
«Μηηη!!!» ο Βαγγέλης πήγε να μπει στη μέση, όμως πιο χειροδύναμος ο Αλέκος τον έσπρωξε στην άκρη..
«Καριόλα… μια χαρά την έβρισκες, όταν σε πηδούσα… και τώρα…»
Η Μιράντα άνοιξε το στόμα της να πει κάτι, αλλά ένα δυνατό χτύπημα της μάτωσε τη μύτη.
«Αλέκο!» είπε με παράπονο, ικετευτικά σχεδόν.
Εκτός εαυτού εκείνος όρμησε πάνω της και την άρπαξε από το λαιμό.
«Άφησέ την!» ούρλιαξε ο Βαγγέλης, προσπαθώντας, με όσες δυνάμεις είχε, να τραβήξει τα χέρια του φίλου του από τη Μιράντα.
Ο Αλέκος όμως ήταν σαν να είχε κωφεύσει και στις φωνές του Βαγγέλη, αλλά και στις πνιχτές κραυγές που έβγαζε η δύστυχη κοπέλα παλεύοντας μάταια να πάρει μια ανάσα. Τα δάχτυλά του σφίχτηκαν πιο πολύ… πιο πολύ… σαν σε όνειρο είδε τη Μιράντα να γέρνει πάνω του με τα μάτια ορθάνοιχτα και ύστερα να πέφτει κάτω.
«Τι έκανες; Τι κάναμε;» ακούστηκε η φωνή του Βαγγέλη.
Ο Αλέκος στεκόταν ακίνητος, κατάχλωμος….
Ο Βαγγέλης έσκυψε πάνω απ’ τη Μιράντα και προσπάθησε να τη συνεφέρει.  «Άνοιξε τα μάτια σου… δεν το’ θελε… δεν το θέλαμε… συγνώμη», έλεγε και ξανάλεγε δίνοντάς της ελαφρά ραπίσματα στο πρόσωπο.
Μέσα του, ωστόσο, ήξερε ότι ήταν μάταιο.
Η Μιράντα δεν ήταν πια εδώ.
Σιωπή.
«Ω Θεέ μου!» ξανάπε. «Τι της έκανες; Τι της κάναμε;»
Ο Αλέκος δεν απάντησε. Άρπαξε μόνο το φίλο του από το χέρι και άρχισαν να τρέχουν, να τρέχουν, να τρέχουν.
«Είμαι άρρωστος….», έσπασε ξαφνικά τη σιωπή ο Αλέκος. «Το πολύ τέσσερις  μήνες μου δίνουν οι γιατροί….».
«Έζησες, όμως, έζησες. Ενώ εκείνη….»…..
Ο Αλέκος κοίταξε το φίλο του κατάματα.
«΄Εζησα;;;;;;;» είπε μόνο.
(Συνεχίζεται)

Copyright, Σμαραγδή Μητροπούλου, 2017