Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2016

Τζιβαέρι… η πρώτη του αγάπη


Αχ η ξενιτιά το χαίρεται
το μοσχολούλουδό μου
τζιβαέρι μου…


Τραγούδι ξεχασμένο μέσα στο χρόνο ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε. Κι όμως είχε παραμείνει κρυμμένο σε μια γωνιά της καρδιάς του να του θυμίζει το αρχοντονήσι του που χε χρόνια να το δει.  
Συχνά ο Αναστάσης θυμόταν τη μάνα του την καπετάνισσα να το τραγουδά καθισμένη δίπλα στο παράθυρό της με το κέντημα στο χέρι.
Χτισμένο πάνω στο βράχο το σπιτικό τους αγνάντευε το απέραντο γαλάζιο. Εκεί η μάνα του –θυμόταν- τραγουδούσε μελαγχολικά, κοιτάζοντας με ανάμεικτα συναισθήματα τη θάλασσα… τη θάλασσα που της είχε πάρει τον άνθρωπό της, τον καπετάνιο της, τον καραβοκύρη της καρδιάς της και τον είχε φυλακίσει ζηλότυπα στη δική της αγκαλιά.
Και μετά….
«Θα σου γράφω, μάνα, θα δεις, δε θα’ ναι για καιρό η απουσία μου», της υποσχέθηκε λίγο πριν ανέβει στο καράβι.
«Να πας στο καλό, τζιβαέρι μου!» του είπε αδάκρυτη, αν και μέσα της σίγουρα η καρδιά της είχε ήδη κοπεί σε πολλά κομμάτια.  
«Θα ανάβω το καντήλι να φωτίζει το δρόμο σου κάθε μέρα, τζιβαέρι μου!» του είπε κι η Μαρουσώ, το Μαρουσάκι του, όπως την έλεγε...η πρώτη του αγάπη.
Αναστέναξε βαθειά.
Το πρώτο πράγμα που αντίκριζε από τη μεγάλη βεράντα του πατρικού του ήταν το μικρό λευκό εκκλησάκι με τη γαλάζια σκεπή, χτισμένο σχεδόν πάνω στη θάλασσα. Εκεί είχαν στεφανωθεί η μάνα του με τον καραβοκύρη της… εκεί κι εκείνος είχε ορκιστεί να κάνει τη Μαρουσώ γυναίκα του.
Κοντά είκοσι χρόνια είχαν περάσει.
Πανάθεμά σε ξενιτιά…
Είχε λαχταρήσει τόσο πολύ την αύρα του νησιού του.
Η παλιά πόλη με τα αρχοντικά, τις βουκαμβίλιες και τα γιασεμιά έμοιαζε να αιωρείται ανάμεσα σε γη και ουρανό.
Δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τα δάκρυά του καθώς –επιτέλους!- επέστρεφε στη νεραϊδένια του πολιτεία.
«Νεράιδα εσύ και βασιλιάς εγώ, στη νεραιδοπολιτεία μας», έλεγε στο Μαρουσάκι του.
«Μάνα μου, ψυχή μου, αγάπη και Παναγιά Θαλασσινή μου», ψιθύρισε αντικρίζοντας το καμπαναριό της παλιάς εκκλησίας.
Λίγα βήματα μόνο τον χώριζαν.
Κλεισμένο εδώ και καιρό το αρχοντικό, τον περίμενε υπομονετικά. Σαν άνοιξε τη σιδερένια πόρτα, χτύπησε τα ρουθούνια του άρωμα γιασεμιού ανακατεμένο με θάλασσα κι αρμύρα.
«Τζιβαέρι μου!» άκουσε ή νόμισε πως άκουσε τη φωνή της μάνας…
Μήπως με ξεγελούν τα αυτιά μου; συλλογίστηκε.
Η μάνα εδώ και καιρό είχε  μετοικήσει σε ένα άλλο αρχοντικό κάπου εκεί στον ουρανό. Από εκεί προσευχόταν για τον Αναστάση της να ξαναγυρίσει και να δώσει ζωή σε  πεθαμένα όνειρα κι ελπίδες.
«Τζιβαέρι μου!» ξανάκουσε, πιο καθαρά αυτή τη φορά
Ήταν εκείνη.
«Μαρουσώ!!!!» έκανε έκπληκτος.
Ήθελε τόσα να της πει να τη ρωτήσει. Μια ματιά στο δεξί της χέρι τον έκανε να καταλάβει πολλά.
Το δαχτυλίδι που της είχε τότε χαρίσει, πολυκαιρισμένο, μα πάντα αγαπημένο…δεν το είχε αποχωριστεί.
 «Θα σε περιμένω μια ολόκληρη ζωή», του είχε πει τότε.
«Σε περίμενα! Ακόμη κι αν χρειαζόταν μια ολόκληρη ζωή!» του είπε και τώρα.
Τον τράβηξε απαλά μέσα.
Στην τραπεζαρία η φωτογραφία της καπετάνισσας με το καντήλι δίπλα έμοιαζε να τον καλωσορίζει.
«Δεν πρόλαβα... τότε… δεν….», είπε και ξέσπασε σε κλάματα.
Η Μαρουσώ άνοιξε την αγκαλιά της κι εκείνος κούρνιασε μέσα σαν παιδί.
«Τι παραμύθι να σου πω και τι τραγούδι, να μη μου κλαις, τζιβαέρι μου!» του είπε τρυφερά.
Αχ αυτά τα λόγια της, μπερδεμένα με τη φωνή της μάνας.
Σήκωσε το κεφάλι του και σκούπισε τα μάτια του με την ξανάστροφη του χεριού του.
«Όχι παραμύθια πια! Να ζήσουμε θέλω, ψυχή μου, να ζήσουμε… δεν είναι αργά για εμάς τους δυο… έτσι δεν είναι, Μαρουσάκι μου;» την κοίταξε κατάματα με αγωνία περιμένοντας την απάντησή της.
Η καμπάνα της Παναγιάς της Θαλασσινής, που χτυπούσε για τον εσπερινό,  έκοψε την κουβέντα τους.
«Σε λίγες μέρες γιορτάζει η χάρη Της….», είπε η Μαρουσώ κι έκανε το σταυρό της.
Κοιτάχτηκαν για λίγο σιωπηλοί.
«Ανήμερα στη χάρη Της θα γίνεις γυναίκα μου!» είπε ο Αναστάσης και την αγκάλιασε από τους ώμους.
Τα φύλλα της βουκαμβίλιας δίπλα τους κουνήθηκαν ελαφρά.
«Με την ευχή μου, τζιβαέρι μου!!!» το φύσημα του αέρα κι η φωνή της καπετάνισσας βάλσαμο στην καρδιά και των δυο τους.
Η Μαρουσώ του χάιδεψε το μάγουλο.
«Ναι, μάτια μου, ναι!» του είπε. «Καιρός κι εμείς να ζήσουμε…»


Τα διηγήματα της συγγραφέως Σμαραγδής Μητροπούλου