Κυριακή, 9 Ιουλίου 2017

Απόψε το κορίτσι θέλει θάλασσα...


Καλοκαιρινή βραδιά πια κανονικά, το θερμόμετρο...
χτυπάει κόκκινο και εγώ άρχισα την γλυκεία μου γκρίνια στον Δημήτρη, γλυκεία λέμε τώρα…
«Τί λές πάμε καμιά βόλτα στην θάλασσα για κανένα νυχτερινό μπανάκι και ένα υπέροχο ποτάκι?»
«Κοριτσάκι μου έχω πολύ δουλειά ακόμη και δεν θα μπορέσω, κάνε υπομονή και πάμε από εβδομάδα πού θα’ μαι πιο χαλαρός»
«Τί να τού πεις τώρα έ?»
«Και βέβαια έχει... δίκιο γκρινιάρα», μού λέει η φίλη μου η Καίτη.
«Εσύ πού δούλευες σαν τρελή τόσο καιρό σού είπε τίποτα?»
«Όχι... όμως είναι Ιούλιος πια και ζεσταίνομαι πολύ, μια βολτίτσα ζήτησα και εκείνος θα περάσει καλά...»
«Ναι αλλά πνίγεται αυτή την περίοδο, αλήθεια τί λές, πάμε μαζί?»
«Καλέ ναι φύγαμε… Αγάπη μου πάω για μπανάκι με την Καίτη»
«Οκ αλλά να προσέχετε…»
«Μόνο αυτό??? ΄Ελα πού θύμωσες θα περάσουμε πολύ όμορφα».
Όντως η απογευματινή διαδρομή με τον ήλιο να σβήνει σιγά-σιγά, το αεράκι να παίζει με τα μαλλιά μας στο ανοιχτό αμαξάκι της φιλενάδας μου ήταν υπέροχη.
Σούρουπο φθάσαμε σε μια παραλία πού είχε αρχίσει να αδειάζει, πιάσαμε ξαπλώστρα δίπλα στο κύμα, παραγγείλαμε το κοκτέιλ μας και μετά από λίγο βρεθήκαμε στην αγκαλιά της θαλασσίτσας, ήταν φανταστικά.
«Η παραλία δεν λέει να αδειάσει», μού φώναξε η Καίτη
«Δέν πειράζει είναι πολύ ωραία».
Βγήκαμε, καθήσαμε στην ξαπλώστρα και απολαύσαμε το τελευταίο φώς της μέρας.
«Είναι τόσο γαλήνια εδώ και έχει και δροσούλα», είπα παραγγέλνοντας το δεύτερο κοκτέιλ μας
«Αχ Δημήτρη μου δεν ξέρεις τί χάνεις... Σε λίγο ξαναβουτήξαμε» είπα  γελώντας ενώ η παραλία συνέχιζε να ‘χει κόσμο.
«Μά τί βλέπω??? Καίτη κοίτα»
«Τί???»
«Δές ποιοί έρχονται…»
«Εσύ εδώ? Και η δουλειά?»
«Ά, το σκέφθηκα, πήρα και τον Γιάννη και να’ μαστε, αφού τό κορίτσι μου ήθελε θάλασσα εγώ να χαλάσω χατίρι? Πάει, δεν πάει...»
«Σωστά σκέφθηκες αγάπη μου δεν πάει...»
Έτσι το κορίτσι πήγε βραδυνό μπανάκι, αμ πώς!!!

Καλά καλοκαιρινά βράδια να’ χουμε αγαπημένοι!