Πέμπτη, 14 Δεκεμβρίου 2017

Η υπόσχεση...


Στα τέσσερα του χρόνια τους εγκατέλειψε ο πατέρας του...
ενώ πίστευε ότι τον λάτρευε αρρωστημένα. Στα εφτά έχασε τη μητέρα του από καρκίνο ενώ του έλεγε πως θα είναι εδώ μαζί του για πάντα. Κατάλαβε τότε ότι δεν μπορούσε να έχει εμπιστοσύνη στους ανθρώπους. Εκούσια ή μη, αργά ή γρήγορα, θα τον προδώσουν. Οι υποσχέσεις που δίνουν είναι επιφανειακές, αζύγιαστες, εγωιστικές, περισσότερο για να νικήσουν το φόβο του απρόβλεπτου και να μειώσουν το χρόνο της επικείμενης ανυπαρξίας. Έπεισε τον εαυτό του ότι θα ζούσε χωρίς υποσχέσεις από δω και πέρα. Ούτε να δώσει αποκούμπι σε κάποιον ουδέποτε να παρασυρθεί ξανά.
Μα ύστερα γνώρισε αυτόν. Μαγεύτηκε μαζί του. Φάνηκε  για πρώτη φορά ότι μπορούσε να ελπίζει. Να στυλώνει κάπου, να ξανασηκώνεται απ’ το συνεχές ανθρώπινο κύλισμα.
-Μη μ’ αφήσεις ποτέ του είπε. Πιστεύω μόνο σ’ εσένα.
Θέλω να με στηρίζεις στις μέρες της θλίψης, στην αντάρα των ημερών, όταν με ζώνει το σκοτάδι του κόσμου… Να προλαβαίνεις το κακό πριν γίνει πράξη, το μίσος μου πριν ξεχειλίσει. Να γαληνεύεις το κύματα που θεριεύουν μέσα μου πριν σπάσουν στην ακτή.
 Κι εγώ, σε αντάλλαγμα, θα σ’ αφήσω να γευτείς τις χαρούμενες μου μέρες, τις ανθρώπινες. Να ξαποστάσεις στα καταπράσινα τοπία της ψυχής μου. Να συμμετέχεις στις τρικυμιώδεις ηδονές της σάρκας μου. Να γευτείς καθάριο αιθέρα και να μοσχομυρίσεις λεβάντα στο άβατο της ύπαρξής μου. Να βυθιστείς στο απέραντο γαλάζιο μου και να ταξιδέψεις συνοδοιπόρος στα δύσβατα μονοπάτια της ζωής μου.
Μαζί, σου ζητώ, να υψώσουμε ουράνιο τείχος στη λησμονιά του χρόνου τούτου και να τραβήξουμε την τέρψη του μυαλού στα πέρατα της αθανασίας. Να μπολιαστούμε ως το τέλος των ημερών με απαράμιλλης ομορφιάς εικόνες της ζωής και να ανταμώνουμε καθημερινά την ευτυχία στα πιο μικρά πραγματάκια της ζωής…
…Ενενήντα χρόνια μετά και η συμφωνία κρατούσε. Μα  πλησίαζε ο ανθρώπινος χρόνος να παρθούν αθέμιτες αποφάσεις.
- Μπορείς να φύγεις πλέον αν θέλεις, του είπα. Το χρεόγραφο έχει πληρωθεί προ πολλού.  Ήσουνα το παν για μένα. Σ’ ευχαριστώ για τη σιγουριά που μου ‘δινες  τόσον καιρό. Θα σ’ έχω μέσα μου για πάντα.
-Γέλασε σαρδόνια και σιγοψιθύρισε στο αυτί μου. Δεν γίνεται, μου λέει, γιατί είμαι ο Εαυτός σου!

Με την υπογραφή του συγγραφέα Ιωάννη Κασσή