Τετάρτη, 29 Νοεμβρίου 2017

Ελεύθερος


Έβλεπε τα μαύρα κοράκια να στέκονται σαστισμένα...
σ’ έναν στενό κύκλο γύρω του. Κάποιοι ψίθυροι απροσδιόριστοι, κάποια υποψία αναστάτωσης. Δεν κατάλαβε πότε έπεσε μπρούμυτα στο δάπεδο αλλά ήδη έβλεπε το ρυάκι αίματος που κυλούσε απ’ το ρουθούνι αδειάζοντας του τη ζωή. Αίμα όμως είχε ξαναδεί…
Ένιωσε αφρό λευκό να πηγάζει απ’ τα σωθικά του και να ρέει απ’ την κοιλότητα του στόματος καίγοντας τους γευστικούς κάλυκες. Ο πόνος τραχύς και απύθμενος. Λίγο πριν χάσει τη συνείδησή του γύρισε το κεφάλι να μην βλέπει το αποτρόπαιο θέαμα των σκόρπιων υγρών του. Αντίκρισε τότε μια μικρή φλογίτσα να ζεσταίνει μια απόκοσμη σκόνη μέσα σ’ ένα βρώμικο αλουμινόχαρτο. Η μυρουδιά που εισέπνευσε αν και τον ανακούφισε προσωρινά ήταν και η τελευταία του…
Λίγο ψηλότερα τώρα, καθάριος και ελεύθερος πλέον, ατενίζει τους φίλους του που οδύρονται για τον απόντα εαυτό του.
- Έλα ρε φίλε μη μας αφήνεις…

Και τι δε θα ‘δινε να μπορούσε να τους σώσει…