Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2017

Ένα αγόρι πού το λένε Χαράλαμπο


Προχθές το πρωί είπα να κάνω μια βόλτα στο Μοναστηράκι...
να χαζέψω τις αντίκες πού λατρεύω, γιατί για αγορά ούτε λόγος πια…
Ε, να πιώ και ένα καφεδάκι, μόνη μου δυστυχώς μια πού καμία από την τρελοπαρέα δεν μπορούσε και να χαρώ την ημέρα πού είχε έναν ήλιο με δόντια βέβαια, αλλά ήλιο...
Ζηλέψτε όλοι εσείς οι βόρειοι της Ευρώπης, μιας και αυτό σάς πονάει πολύ...
Έτσι έφθασα τυλιγμένη στην συνθετική ζεστή γούνα μου, με το καπέλο και τα γυαλιά μου μια βαμπ άλλης εποχής!
Ε τί καλέ, έτσι με βλέπω και από ότι αποδείχθηκε όχι μόνο εγώ, θ δείτε παρακάτω γιατί το λέω, άρχισα λοιπόν να μπαινοβγαίνω στα μαγαζιά με τις αντίκες και να θαυμάζω τα πάντα και ειδικά τα κρύσταλλα πού είναι η αδυναμία μου.
Καθώς περιεργαζόμουν ένα πορσελάνινο βάζο στο έκτο ή έβδομο μαγαζί πού είχα μπεί, ακούω μια πολύ ναζιάρικη φωνή να μού λέει…
«Αχ, δείχνετε να γνωρίζετε από αντίκες, θα με βοηθήσετε λίγο?»
«Αν μπορώ γιατί όχι…» λέω και γυρίζω για να δώ μια ψηλή και πολύ εντυπωσιακή γυναίκα να με κοιτάει με ικετευτικό βλέμμα
«Με λένε Ρενάτα και ψάχνω δώρο για την μαμά μου, πού της αρέσουν πολύ τα παλιά, αλλά μπερδεύτηκα. Εσείς δείχνετε τόσο γοητευτική, μια σταρ άλλης εποχής, παρόλο πού είστε νέα…»
Το έσωσε... «μια βαμπ»
«Αχ παρακαλώ βοηθήστε με…»
Χαμογέλασα και της είπα…
«Πόσα χρήματα διαθέτετε και τί αρέσει στην μητέρα σας?»
«Α, λεφτά έχω πολλά, τώρα...όλα της αρέσουν...»
«Μάλιστα, κάτι προσωπικό ή κάτι για τον χώρο της?»
 «Μμμμ, εσείς τί λέτε?», με ρώτησε λίγο διστακτικά
«Δεν μπορώ να αποφασίσω εγώ για την μαμά σας, αλλά για την δική μου θα διάλεγα κάτι πιο προσωπικό…»
«Έχετε δίκιο, ης δούμε λοιπόν…»
Περάσαμε πάνω από δύο ώρες ψάχνοντας το ιδανικό δώρο για την μαμά της Ρενατας, ώσπου στο δεκατοτέταρτο μαγαζί το βρήκαμε!
Μια φίνα καρφίτσα τού 19ου αιώνα με μαργαριτάρια και διαμαντάκια… Τέλεια
«Να ρωτήσετε τιμή, φαίνεται πανάκριβη και φυσικά να κάνετε παζάρια… Ααα, βοηθήστε με και εδώ…», μού είπε παρακαλετά «…και εγώ μετά θα σάς κάνω το τραπέζι, χωρίς αντίρρηση. Τόσα κάνατε για μένα».
Κάναμε τα παζάρια μας, κατάφερα την καλύτερη τιμή και αφού της έφτιαξαν το δωράκι πήγαμε για φαγητό σε ένα υπέροχο ταβερνάκι στο Θησείο.
Καθήσαμε, παραγγείλαμε, ήπιαμε τα κρασάκια μας και μιλήσαμε πολύ, πάρα πολύ. Είχα κάνει τις σκέψεις μου για την Ρενάτα, πού ήταν ένα πολύ καλό και ευγενικό άτομο και μπορώ να πω και καλλιεργημένο.
«Δουλεύω στις ΚΟΥΚΛΕΣ, δεν ξέρω αν...»
«Μην συνεχίζεις, κατάλαβα…»
«Η μαμά μου δεν ξέρει, νομίζει ότι δουλεύω ακόμα στο ταχυδρομείο... θα πάω να αλλάξω να της πάω το δώρο για τα γενέθλιά της και θα φύγω τρέχοντας για την δουλειά... σε ευχαριστώ πολύ για την βοήθεια και την υπέροχη παρέα σου. Είσαι κυρία με Κ κεφαλαίο και μια αληθινή Σταρ. Έλα μια μέρα από το μαγαζί με την παρέα σου, κερασμένα όλα…»
«Ρενάτα μάζεψε τα χέρια σου και ήδη έκανες πολλά για κάτι τόσο μικρό πού έκανα εγώ… Εξάλλου μου άρεσε πού είχα παρέα στο χάζεμα. Πρέπει να πηγαίνουμε, σε ευχαριστώ πού με εμπιστεύτηκες και μου είπες την ιστορία της ζωής σου και χάρηκα πολύ πού γνώρισα έναν καταπληκτικό άνθρωπο»

Ένα αγόρι πού το έλεγαν Χαράλαμπο!