Τετάρτη, 8 Φεβρουαρίου 2017

Της μνήμης καθρέφτης… Μέρος 8


Η στιλπνή γυαλιστερή επιφάνεια του καθρέφτη, πήρε...
ένα χρώμα ολοφώτεινο. Ελίζα! ακούστηκε μια ζεστή γυναικεία φωνή.
Η λευκοντυμένη νεανική μορφή με τη γαλάζια κορδέλα στα μαλλιά, της χαμογέλασε.
«Ποια είσαι;» τη ρώτησε η Ελίζα.
Ήξερε την απάντηση, όμως, από κάποια παλιά φωτογραφία.
«Ήμουν ανάμεσά σας… τότε…! Όλο τον καιρό δίπλα του… κι ας έφυγα… εγώ… η Βιολέτα του!»
Η Ελίζα ένιωσε ένα ελαφρύ δάγκωμα στην καρδιά.
Παράξενο… μετά από τόσα χρόνια κι όμως….!! συλλογίστηκε.
«Εμένα κράτησε στην αγκαλιά του! Εγώ γεύτηκα το μέλι και την αρμύρα του. Κι ας φώναξε το όνομά σου… όταν….», ένας κόμπος στο λαιμό την εμπόδισε να συνεχίσει.
« Ένα γίναμε κι εσύ κι εγώ!!! Σε αγάπησε… πολύ...τόσο πολύ!! Και… χρόνια τώρα σε παρακολουθώ αόρατα… από μακριά… Ελίζα… φεγγαρένια…»
«Μετά από εκείνη τη νύχτα… ω Θεέ μου!» ψιθύρισε η Ελίζα.
«Η ψυχή σου ακόμα πονάει. Παλεύει ανάμεσα στο σκοτάδι και το φως. Η ψυχή σου μπλοκάρει τη μνήμη. Ξέρω γιατί γύρισες μετά από τόσα χρόνια. Τα βήματά σου σ’ έφεραν πάλι εδώ για να βρεις απαντήσεις. Μα πρώτα πρέπει να βρεις τη δύναμη να κοιτάξεις κατάματα το φως… και…..»
Η Ελίζα έκλεισε τα μάτια, ενώ γύρω της άρχισαν να γυρνάνε θρυμματισμένες εικόνες.
Η Σιλβί στο κέντρο του σαλονιού χόρευε βαλς με έναν αόρατο καβαλιέρο.
Θυμήσου επιτέλους πως είσαι μάναααα!!! Ξέχασες την Ελίζα κάπου σε μια γωνιά, σύνελθε λοιπόν!!! οι φωνές της Χαρίκλειας.
Ξαφνικά, ακούστηκε κλάμα μωρού τόσο διαπεραστικό που της τρύπησε τα αυτιά. Μωρό; Μα πού βρέθηκε; Αφού…..
Η Σιλβί της κρατούσε το χέρι και το έβρεχε με δάκρυα.
Γεννήθηκε νεκρό!!! αχ τα λόγια εκείνα.
Λήθαργος. Άρνηση.
Πάλεψε, μικρή μου, πρέπει να ζήσεις!!
Χαρίκλειαααααα!!!
Λιάκο μου, που είσαι, μάτια μου;; Σ΄ αγαπώωωωωωω…
Πάψε, μικρή ανόητη!
«Κομμάτι πάγος η φωνή σου μάνα… κι όμως… πίστεψα για μια στιγμή μόνο….»
Να φύγουμε… ν’ αρχίσουμε πάλι από την αρχή…..
Οι σκιές θα μας κυνηγάνε….
Μια αδύνατη, χλωμή γυναίκα στο κρεβάτι μιας πανάκριβης ιδιωτικής κλινικής. Πέθαινε. Μόνη.
«Συχώρα με!!» είπε σιγανά με τα μάτια καρφωμένα στο κενό.
Μάνα μουυυυυυυυυυυυυυ!!!!!!!!!! Παιδί μουυυυυυυυυυυυυυυ!!!!
Κραύγαζε δυνατά η ψυχή της Ελίζας κι ας ήταν κλειστά τα χείλη της..
«Είσαι πολύ κοντά στο φως!» ακούστηκε για τελευταία φορά η φωνή μέσα από τον καθρέφτη.
Κι ύστερα… σιωπή.
*****
Η πρώτη ηλιαχτίδα που μπήκε από το παράθυρο χάιδεψε το πρόσωπό της. Σηκώθηκε από τον καναπέ. Έσιαξε τα ρούχα της, έβγαλε μια χτένα από την τσάντα και χτένισε τα μαλλιά της. Πλησίασε δειλά τον καθρέφτη. Τόλμησε να δει τα είδωλό της. Μόλις που φαίνονταν οι λεπτές ρυτίδες που είχαν αρχίσει δειλά δειλά να σχηματίζονται στο μέτωπό της και γύρω από τα μάτια της.
Κατέβηκε τη σκάλα και βγήκε στο δρόμο. Λίγα μέτρα πιο πέρα την περίμενε το αυτοκίνητό της. Οδήγησε προσεκτικά μέχρι που σταμάτησε μπροστά στο παλιό νεοκλασικό κτίριο όπου γενιές και γενιές παιδιών άφησαν το δικό τους αποτύπωμα.
.Μπες με το δεξί, κόρη μου!! σαν να άκουσε τον πατέρα της να της μιλά…
«Καλώς ήλθατε στο Εμπειρίκειο Γυμνάσιο, κυρία Χαριτή μου!!!» η φωνή του διευθυντή.
Χαμογέλασε Κάποτε είχε ορκιστεί….!!! Πόσο παλιά ήταν τώρα όλα αυτά.
Οι μουσικές σπουδές της ένιωθε πως εδώ θα αξιοποιούνταν με τον καλύτερο τρόπο. Κάποτε έχασε τα δικά της όνειρα. Ίσως με τη μουσική να βοηθούσε τα όνειρα κάποιων άλλων να ανθίσουν.
Ήπιε μια γουλιά καφέ. Κοίταξε από το παράθυρο του γραφείο των καθηγητών τη μικρή αμυγδαλιά που μέσα στην καρδιά του Γενάρη είχε ντυθεί στα ροζ και στα λευκά.
Έχω πολύ δρόμο. Να ψάξω… να μάθω. Άραγε, με θυμάσαι, μάτια μου; Γύρισα.!!! Θα σε βρω; Μα… θα ζήσω… ναι, θα ζήσω!! συλλογίστηκε.
Δίπλα, από την αίθουσα μουσικής, ακούστηκαν στο πιάνο τα «Κύματα του Δουνάβεως». Με τη δύναμη και την ορμή τους ξόρκιζαν-επιτέλους!- τις σιωπές.

ΤΕΛΟΣ

Copyright, Σμαραγδή Μητροπούλου, 2017