Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2017

Πόσο πονούν οι αναμνήσεις; Μέρος 2ο


Όλα άρχιζαν τη νύχτα και τέλειωναν λίγο πριν χαράξει, στο...
ξενοδοχείο ΚΥΨΕΛΗ, σ’ έναν παράδρομο της Φωκίωνος Νέγρη. Δωμάτιο αριθμός 13, με διακόσμηση σε χρώμα βαθύ κόκκινο: μοκέτα, ταπετσαρία στους τοίχους, σκεπάσματα στο διπλό κρεβάτι.
Ο Αλέκος ήθελα να’ ναι «ο πρώτος» μαζί της. Πάντα. Απαιτούσε να φορά εκείνη εσώρουχα σε μαύρο χρώμα με δαντέλα κόκκινη. Τα χρώματα αυτά τον ερέθιζαν, τον άναβαν.
«Μαύρο σαν το σκοτάδι, κόκκινο σαν τη φωτιά», συνήθιζε να λέει.
Δεν τη φιλούσε. Διψασμένος κι αχόρταγος, την αγκάλιαζε παθιασμένα, με μια κίνηση της έσκιζε το εσώρουχο κι έμπαινε μέσα της με δύναμη, ενώ την κρατούσε κολλημένη κάτω με τα χέρια του… άλλες φορές πάλι τη γύριζε μπρούμυτα και…
Άγριο το σμίξιμό τους, δίχως τρυφεράδα, ζωώδες σχεδόν και τέλειωνε με δυνατά βογγητά.
Ο Βαγγέλης, πάλι, τη χάιδευε παντού, στα πιο απόκρυφα σημεία της, με τα χέρια του, με τη γλώσσα του, με τα χείλη του τη γέμιζε φιλιά. Η ανάσα της γινόταν όλο και πιο κοφτή, όλο και πιο δυνατή σαν να του ‘λεγε «έλα! έλα!»…και τότε την έπαιρνε απαλά, την έκανε να μουδιάζει, αλλά και να εκτοξεύεται ψηλά, ψιθυρίζοντας λόγια γλυκά στο αυτί της.  Κι η Μιράντα αναστέναζε κι έσμιγε την καυτή της ανάσα με τη δική του, τον ιδρώτα της με τον ιδρώτα του, τους χυμούς της με τους χυμούς του. 
Καθένας μας με τον δικό του τρόπο, σκέφτηκε ο Βαγγέλης. Αν κι εγώ…
Αν κι εκείνος είχε αρχίσει να την ερωτεύεται και να τη θέλει δική του, μόνο δική του.  Κι ενώ μέχρι τότε το ιδιόρρυθμο τρίο έδειχνε να περνά καλά, ο Βαγγέλης άρχισε να νιώθει τα πρώτα τσιμπήματα της ζήλιας.
«Είχαμε πει πως θα τα μοιραζόμαστε όλα, αυτή ήταν η συμφωνία μας», του είχε υπενθυμίσει ο Αλέκος σε μία συζήτηση τους
«Μα… ναι….»
«Θυμήσου το στοίχημα που βάλαμε. Το κερδίσαμε, δεν το κερδίσαμε; Γιατί θες τώρα να το χαλάσεις; Μια χαρά δεν περνάμε κι οι τρεις; Κι η Μιράντα,  το βλέπεις, το γουστάρει το όλο σκηνικό. Δεν το βλέπεις; Φτιάχνεται και με τους δυο μας το πουτανάκι….»
Ο Βαγγέλης πήγε κάτι να πει, μα ο Αλέκος τον έκοψε με μια κίνηση του χεριού
«Πήδουλο θέλει από εμάς, ρε βλάκα.  Κι από μένα κι από σένα. Άλλο αν εσύ τη χαϊδολογάς, τρομάρα σου. Θα ξενερώσει και τότε πάει το πουλάκι, πέταξε. Άγριο πήδουλο γουστάρει. Έτσι και της πεις για αγάπες κι έρωτες, θα σε στείλει αδιάβαστο… ξύπνααααα…»
«Το ξενοδοχείο ΚΥΨΕΛΗ ερείπωσε», είπε ο Αλέκος. «Ποιος ξέρει τι πρεζόνια και αλήτες θα βρίσκουν εκεί τις νύχτες καταφύγιο!»
«Πόσες αναμνήσεις!!» είπε ο  Βαγγέλης. «Νύχτες γεμάτες πάθος, ε; Αχ, Μιράντα!»
«Ανάθεμα!!.», μούγκρισε ο Αλέκος μέσα από τα δόντια του.

(συνεχίζεται)

Copyright, Σμαραγδή Μητροπούλου, 2017