Σάββατο 2 Φεβρουαρίου 2019

Το δέντρο



Γεννήθηκα  πριν πολλά χρόνια, ούτε καν εγώ θυμάμαι πότε...
Ίσως να ήταν δεκαετίες, ίσως και αιώνες. Ένα σπυράκι, ένας τόσο δα μικρός σπόρος ήταν η αρχή μου που έφυγε βιαστικά από το ράμφος ενός περιστεριού.
Ήμουν τυχερός όμως δε χάθηκα, έπεσα στην γόνιμη Αττική γη κάπου εκεί κοντά στην θάλασσα. Εκεί πέταξα τα πρώτα μου φύλλα, εκεί δυνάμωσα και άρχισα να αντρειεύομαι, να θεριεύω.
Είχα παρέα μου κάθε μέρα την θάλασσα με νανούριζε το κύμα της, εκεί στο λοφάκι δίπλα της. Τα χρόνια πέρασαν, έγινα πιο δυνατός, πιο μεγάλος, μεγάλωσαν τα κλαδιά μου, θέριεψε ο κορμός μου.
Κάθε πρωί με ξυπνούσε το φλύαρο αλλά χαρούμενο τιτίβισμα των πουλιών, και τα γέλια των παιδιών που έπαιζαν κάτω στις ρίζες μου.
Δεν έφερα αντίρρηση στις καρδιές αιώνιας αγάπης που χάραξαν ερωτευμένα ζευγαράκια στον κορμό μου. Χαιρόμουν με την ευτυχία τους, ζούσα τις χαρές τους.
Ώσπου μια μέρα όλα άλλαξαν. Αντί για χαρούμενα τιτιβίσματα άκουσα κραυγές, είδα τα πουλιά να πετούν τρομαγμένα, τα παιδιά να κλαίνε, ένιωσα την θέρμη από τις γλώσσες της φωτιάς να πλησιάζουν.
Ένοιωσα, την αγωνία όλων αυτών των ψυχών, που βρέθηκαν στον κορμό μου, ήξερα πως εγώ δεν έχω ελπίδα, όρθιος θα ξεψυχούσα απ' τις αδηφάγες φλόγες. Όλα όμως αυτά τα υπέροχα πλάσματα που με συντρόφευαν στην ζωή μου έπρεπε να ζήσουν.
Έκανα μια τελευταία κίνηση όχι για να λικνιστώ στον άνεμο αλλά για να δώσω ζωή όπως τόσα χρόνια έδινα με το οξυγόνο μου. Ένας δυνατός πόνος έσκισε το κορμί μου και έπεσα στην φίλη μου την θάλασσα που με αγκάλιασε με τα γαλάζια της νερά.
Τώρα είχα γίνει πια γέφυρα σωτηρίας. Λίγο πριν σβήσω για πάντα πρόλαβα να δω τους ανθρώπους να σκαρφαλώνουν πάνω μου και να βουτάνε στην θάλασσα, είδα αγκαλιές και χαμόγελα ελπίδας. Μετά όλα σκοτείνιασαν .
Ήμουν το δέντρο, ο παντοτινός φίλος σου.

Κ.ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ