Παρασκευή 28 Δεκεμβρίου 2012

«Καλημέρα αιώνα…»



Έτσι καλημερίζουν τον άρχοντα των 105 χρόνων Γιάννη Δαμανάκη στην Καρωτή Ρεθύμνου


Όλοι στην ευρύτερη περιοχή της Καρωτής Ρεθύμνου υποκλίνονται στον «μπαρουτοκαπνισμένο» μεγαλοπρεπή της ζωής Γιάννη Δαμανάκη των 105 χρόνων και υποβάλλουν τα σέβη τους! Όμως, στον άρχοντα της σύνεσης και «του μέτρου», πρέπει να απευθύνουν τον χαιρετισμό με το: «Καλημέρα Αιώνα» και να προσκυνούν την κινητή Ιστορία, αυτή που του έζωσε τη σύνθεση της ψυχής και του συντάραξε την περιπετειώδη βιογραφία του.
Ο ίδιος, φαίνεται, να δίνει χρόνια στον οργανισμό του από μια τέχνη που την κατέχει εξαιρετικά: Του εμβολιαστή και κλαδευτή που ανανεώνει και αυξάνει τη διάρκεια…
«Εγώ γεννήθηκα το 1908 στην Καρωτή», αρχίζει κάνοντας τον απολογισμό του και αν γράφονταν αυτός ο δρόμος ζωής, θα ήταν χιλιάδων χιλιομέτρων, και «θα έκανα ένα τόμο σε βιβλίο». Όμως, όσο ξετυλίγει αυτό το κουβάρι , συχνά έρχεται στο μνημονικό του «η άξια και αφοσιωμένη του Μαγδαληνή», η γυναίκα που τον λάτρεψε και τον στήριξε στις δύστροπές διόδους των δύστυχων περιόδων και την έχασε, τέτοιο καιρό, πριν έξι χρόνια. Από τότε, η απώλεια έγινε πόνος και στεναγμός.
Γεννήθηκε σε μια φουρτουνιασμένη σαν την άγρια θάλασσα εποχή, λίγο πριν τους Βαλκανικούς Πολέμους και από εκεί και μετά έμελλε να ζήσει όλες τις εθνικές περιπέτειες, και να φτάσει σήμερα να τον ακουμπούν και πάλι τα δεινά, αυτά ... της σύγχρονης φτώχειας.
Όλα τα εθνικά γεγονότα από το 1908 και μετά πήραν θέση στο υποσυνείδητό του: Οι πόλεμοι στα Βαλκάνια και στο αλβανικό μέτωπο, η καταστροφή των Μικρασιατών, η γερμανική κατοχή, τα κινήματα, οι πτωχεύσεις, ο εμφύλιος, οι δικτατορίες…
«Τον πατέρα μου τον λέγανε Μανώλη και τη μάνα μου Μαρία. Πήγα στο σχολειό στην Καρωτή μέχρι την τετάρτη τάξη κι είχα δάσκαλο ένα Ξαμωνάκη από την Αργυρούπολη, κι αυτός μου έμαθα αυτά τα λίγα γράμματα που ξέρω. Καλός κακός δάσκαλος, αυτός ήταν!», αναπολεί.
Ένα αιώνα πριν, το χωριό κατοικούνταν από 150 ανθρώπους και την κοινωνία συγκροτούσαν δέκα οικογένειες, αυτές των Μαραβελάκη, Αποστολάκη, Κιμιωνή, Μανταδάκη, Τζουγανάκη, Πολομαρκάκη, Κατσουλιεράκη, Δαμανάκη, Μανουσάκη και Καυκαλά και μόνο οι οικογένειες Κατσουλιεράκη, Μανουσάκη και Αποστολάκη αριθμούσαν στο σύνολο 33 ανθρώπους. Σήμερα, η Καρωτή κατοικείται από 70 περίπου μόνιμους…
ΟΛΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΞΥΠΟΛΥΤΑ
Χαρακτηρίζει τη ζωή του, στα πρώτα χρόνια, «μαρτυρική και με μεγάλη φτώχεια» και μέχρι τα 10 του χρόνια περπατούσε ξυπόλυτος, όπως και τα σαράντα παιδιά που φοιτούσαν στο σχολείο. «Μετά τα 10 μου, μου πήρε ο Τζουγανογιάννης αρβυλάκια και έβαλα». Αλλά, θέλοντας να δώσει εμφανέστερα την εικόνα των παιδικών του χρόνων, θυμάται τα λόγια του συγχωριανού του Γιάννη Καυκαλά: «Μου έλεγε ο Καυκαλάς, πως μέχρι που πήγαινε στρατιώτης πεινούσε κι όταν πήγε ξεπείνασε …»
Όμως οι κακουχίες τον έθρεψαν και τον έκαναν ατσάλι στις δυσκολίες. Γι'αυτό κι όσα ακολούθησαν δεν τον λύγισαν. Είδε, άκουσε και, κυρίως, βίωσε τον πόλεμο στα αλβανικά βουνά και τη γερμανοκατοχή μέσα από τους αντιστασιακούς αγώνες, ενταγμένος «στην ομάδα του Μανουσέλη». Τέσσερις φορές πιάστηκε από τις δυνάμεις του κατακτητή επειδή δεν ακολουθούσε τους επιταγμένους, στην αγγαρεία, συγχωριανούς του και τις τέσσερις απέδρασε.
«Από τους Γερμανούς», γυρίζει τη θύμησή του, «υποφέραμε όλοι». Και τότε στην Καρωτή «δυο- τρεις είχανε ψωμί, ο Ηλίας ο Βιγδίνης και ο Γιώργης ο Κατσουλιεράκης που είχε πέντε γιούς και πέντε κόρες κι όλοι οι άλλοι ζούσαν με χόρτα…»
Από τα νέα του χρόνια, που το σύνολο των κατοίκων στην ύπαιθρο ζούσε από τις καλλιέργειες και τους καρπούς των δέντρων, απασχολούνταν έχοντας συνάψει συνεργασία με την τότε Γεωργική Υπηρεσία ως «εμβολιαστής και κλαδευτής». Τούτη η ασχολία τον… πάντρεψε κιόλας! Γιατί στο χωριό της, την Κούφη, που είχε πάει «για κλαδέματα και μπολιάσματα», γνώρισε τη Μαγδαληνή, κοριτσόπουλο στα 16 του και αμέσως… κόλλησε.
Στο κίνημα του ’35, λοιπόν, που βρέθηκε στο Ρέθυμνο συνάντησε την Μαρία Βελονάκη και της αποκάλυψε τον ενθουσιασμό του: «Μαρία», της είπε: «Θέλω την αδελφή σου τη Μαγδαληνή και εκείνη μου απάντησε πως θέλει να με κάνει γαμπρό, αλλά δεν ξέρει αν με θέλει η ίδια…»
Στις 14 Σεπτεμβρίου του 1936 έφτασαν και οι δυο στην εκκλησία για το γάμο και ύστερα άρχισαν να φτάνουν κατά… κύματα, λόγω των εθνικών γεγονότων, τα τρία τους παιδιά η Μαρία, ο Μανώλης και η Κατερίνα. Και ενώ η συνεργασία με την κρατική υπηρεσία ήταν πολύχρονη και αναμένονταν να προσληφθεί ως εργατοτεχνίτης, οι πιθανότητες εκμηδενίστηκαν και ο ίδιος υποχρεώθηκε να εγκατασταθεί στην Αθήνα ψάχνοντας δουλειά.
Έμεινε στην κορεσμένη, από την εσωτερική μετανάστευση, πρωτεύουσα από το 1957 για 25 χρόνια, και βρέθηκε στο μεροκάματο της οικοδομής, αφού οι οικογενειακές ανάγκες ήταν ασφυκτικά πιεστικές. Όμως, με την συνταξιοδότησή του επέστρεψε στην Καρωτή «γιατί πάντα νοσταλγούσα το χωριό μου».
ΤΟ ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΟ
Κι όσο η συζήτηση περιστρέφεται στην πολυτάραχη ζωή του, δε φεύγει από τη θύμησή του «ο άνθρωπός του, η γυναίκα του», με την οποία συμβίωσε αρμονικά και αγαπημένα εφτά δεκαετίες και μόνο ο θάνατος τους χώρισε. Είναι εκπληκτικό αυτό που συνέβαινε στο ζευγάρι, όταν η λατρεμένη του Μαγδαληνή, άρρωστη, χρειαζόταν φροντίδα. Και τότε και για ενάμιση χρόνο, την περιποιούνταν ως ιερό πρόσωπο ο ίδιος ως νοσοκόμος και «είχε απαγορέψει σε τρίτο να την φροντίζει».
Σήμερα, ο υπεραιωνόβιος άρχοντας της Καρωτής στο χωριό, τα κάνει όλα μόνος του! Και στο καφενείο θα βρεθεί και στην αγορά και στον πλανόδιο έμπορο θα ψωνίσει και στην κουζίνα του σπιτιού θα μαγειρέψει και στο αμπέλι και στο περιβόλι θα ασχοληθεί και στην αυλή του σπιτιού με το μεγάλο τσεκούρι θα κόψει τα ξύλα για την παραστιά! Είναι ένα φαινόμενο καθώς όλα στη ζωή του γίνονταν και γίνονται με μέτρο. Η διατροφή, όλα τα χρόνια, ήταν «όπως και των άλλων χωριανών» και εφόσον τα οικονομικά του το επέτρεπαν «έτρωγα κρέας και ψάρι».
Φαίνεται, ωστόσο, ότι ο «βράχος» Γιάννης Δαμανάκης με τα τρία παιδιά, τα εφτά εγγόνια και τα έξι δισέγγονα να αντέχει στις σύγχρονες απειλές και να στέκεται όρθιος και περήφανος στη μεγάλη ράτσα που ανήκει.
Η φαρμακευτική αγωγή, του είναι άχρηστη και «τα φάρμακα της πίεσης που του έγραψαν οι γιατροί κι αυτά τα πέταξε». Οι ιατρικές εξετάσεις που υποβάλλεται κατά καιρούς χαρακτηρίζονται «εξετάσεις εφήβου» και δυο φορές στα 95 του χρόνια μπήκε στο χειρουργείο όπου του έγιναν επεμβάσεις. Ακόμη και οι γιατροί φοβήθηκαν για την εξέλιξη της ζωής του ! Και από τα εντυπωσιακά της διαδρομής του: Έβαλε στο στόμα του το τσιγάρο από τα 12 του χρόνια και δεν το αποχωρίστηκε παρά το 1955, θέτοντας τα πρώτα χρόνια «στο χαρτί της εφημερίδας καβαλίνες», αντί για καπνό!
Εκείνη τη μέρα βρέθηκε από την Αθήνα στο σπίτι του στο χωριό, η μικρή του κόρη Κατερίνα, το στερνοπαίδι του, το παιδί… «λάθος» των γονιών της, όπως αρέσκεται με χιούμορ να αυτοαποκαλείται. Αμέσως έβαλε μπροστά να θέσει στο τηγάνι τα αγαπημένα του κρητικά καλιτσούνια, που πάντα προτιμούσε κι αυτό κάνει μόλις φτάσει κοντά του από την Αθήνα, μια φορά το μήνα ή το δίμηνο…
Αυτός ο αντάρτης της ζωής μένει ακατάβλητος στην ψυχή, δε φοβάται το χάρο και δείχνει τη μεγαλοπρέπεια του λέγοντας: «Παρακαλώ να πεθάνω γιατί τυραννώ τα παιδιά μου που ζω σ’ αυτή την ηλικία». Ίσως, όμως, ο θάνατος να φοβάται το… εμβόλιο και το ψαλίδι του βετεράνου της δεντροκομίας και να μην πλησιάζει. Άλλωστε, κι αν απείλησε στο παρελθόν, έφυγε ηττημένος… (madeincreta)