Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2017

Της μνήμης καθρέφτης… Μέρος 4


Όλο και μεγάλωνε το φεγγάρι κι η θάλασσα το δέχτηκε...
στην αγκαλιά της σαν καθρέφτης. Παράξενη η αντανάκλασή του, έπαιρνε διάφορα σχήματα, ανάλογα με τις κινήσεις των κυμάτων.
Η Ελίζα απέστρεψε απότομα το βλέμμα, δεν άντεχε να το βλέπει.
Λατρεύω το γεναριάτικο φεγγάρι! η φωνή του
Εγώ θέλω τον ήλιο του καλοκαιριού! απαντούσε εκείνη. Με φοβίζει η νύχτα… το σκοτάδι…
Μα κοίταξε τον ουρανό, μικρή μου…
Δεν είμαι μικρή…..! έκδηλο το πείσμα και ο ελαφρύς θυμός στη φωνή της.
Ναι…. σωστά… στα δεκαπέντε σου είσαι σωστή δεσποινίδα πια… μα εγώ θα σε βλέπω πάντα… πάντα… κόμπιασε, δεν μπορούσε να συνεχίσει.
Τι έπαθες;  Τον ρώτησε εκείνη.
Πώς να απαντήσει ο Λιάκος  με την οπτασία που έβλεπε μπροστά του; Καθισμένη στην άκρη της βάρκας, το φεγγάρι φώτιζε τα μαλλιά της και το πρόσωπό της δίνοντάς της μια αίσθηση αλλιώτικη… μια μικρή νεράιδα ήταν, του νερού και του φεγγαριού μαζί.
Μικρό μου νεραιδοκόριτσο… μάλλον φεγγαροκόριτσο, είπε σιγανά. Μικρούλα Φεγγαρένια…..
Άπλωσε το χέρι στο μάγουλό του. Εκείνος έκλεισε τα μάτια και κράτησε την ανάσα του περιμένοντας το χάδι της. Το κρυστάλλινο γέλιο της και το ελαφρύ μπατσάκι που του έδωσε τον προσγείωσαν στην πραγματικότητα.
Φεγγαρένια!!! Ουυυυυυ μου αρέσει, το κρατάω! είπε γελώντας σαν παιδί.
Όχι όμως το μικρούλα! σοβαρεύτηκε απότομα.
Δεσποινίς Ελίζα… δεσποινίς Ελίζα! η φωνή του σοφέρ της οικογένειας, έκανε την κοπελίτσα να αναπηδήσει έξω από τη βάρκα.
Έρχομαι κύριε Γιάννη, τώρα! φώναξε.
Έστειλε ένα φιλί με το χέρι στον αέρα κι έφυγε τρέχοντας.
«Θα με σκοτώσει η μητέρα μου!» είπε με παράπονο μπαίνοντας στο αυτοκίνητο.
«Μην ανησυχείς, μικρή μου δεσποινίς!» της είπε. «Θα σε ανεβάσει η γυναίκα μου από την πίσω πόρτα και δε θα πάρει μυρωδιά κανείς….»
«Αχ η καλή μου η Χαρίκλεια, τι θα έκανα χωρίς αυτήν!» είπε η Ελίζα.
Η εικόνα διαλύθηκε ξαφνικά κι η Ελίζα βρέθηκε ξανά ολομόναχη. Πλησίασε διστακτικά στον καθρέφτη….
Πόσο σου πάει αυτό το σμαραγδένιο χρώμα!!! η Χαρίκλεια χαμογελούσε καθώς έβλεπε την Ελίζα να κοιτάζεται και να ξανακοιτάζεται στον καθρέφτη.
«Και να’ ταν ο πατερούλης εδώ….», μελαγχόλησε η κοπελίτσα
Το βλέμμα της ξαφνικά έχασε τη λάμψη του. Πόσο της έλειπε ο πατέρας της….της είχε στείλει βέβαια αυτό το πανέμορφο φόρεμα, όμως εκείνη ήθελε τον ίδιο εδώ.
«Αφού έχει άξιους ανθρώπους στα καράβια του, γιατί να φύγει;» αναρωτήθηκε.
Καημός και έρωτας και ντέρτι η θάλασσα… πώς να αντισταθεί στο κάλεσμά της ο καπετάν-Λιοντάρι μας; συλλογίστηκε η Χαρίκλεια
«Βιάσου, μικρή μου, σε περιμένουν κάτω!» είπε μόνο.
Ω ναι ξέρω! Να παίξω πιάνο για τους καλεσμένους της μαμάς… μα πώς μπορεί να χει γιορτή όταν… όταν ο πατερούλης είναι μακριά ε; Πώς; σκέφτηκε με παράπονο, καθώς κατέβαινε τη μαρμάρινη σκάλα.
Σε λίγο οι ήχοι του πιάνου αντήχησαν σε κάθε γωνιά του αρχοντικού… η Ελίζα έπαιζε με μάτια κλειστά… ποιος ξέρει πού ταξίδευε το μυαλό της.
Την ίδια ώρα σε μία γωνιά του κήπου, μία σκιά, καλά προφυλαγμένη από το σκοτάδι, άφηνε την ουράνια μελωδία να μπει βαθιά μέχρι και το τελευταίο του φυλλοκάρδι.
Σήκωσε τα μάτια στον ουρανό και είδε μαύρα σύννεφα να καλύπτουν το φεγγάρι σιγά σιγά. Ένα φόβος δυνατός, ένα κακό προαίσθημα του έσφιξε το στήθος.
Βόηθα Θαλασσοσκέπαστη τη Φεγγαρένια μου, να μην πονέσει! έστειλε νοερή προσευχή.

(συνεχίζεται)

Copyright, Σμαραγδή Μητροπούλου, 2016