Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2017

Της μνήμης καθρέφτης… Μέρος 5


Το δωμάτιο άρχισε να γεμίζει σκιές. Κοίταξε τη σελήνη...
Μαύρα σύννεφα την κάλυπταν σιγά σιγά, θαμπώνοντας λίγο λίγο τη λάμψη της.
Όπως τότε, συλλογίστηκε.
Είδε και πάλι τον εαυτό της στη μεγάλη σάλα του αρχοντικού, ντυμένη με το σμαραγδένιο φόρεμα, να παίζει στο πιάνο «Τα κύματα του Δουνάβεως», το αγαπημένο κομμάτι της Σιλβί. Πόσες φορές το είχε χορέψει με το Λέοντα σε κάποια δεξίωση, αλλά και στις δικές τους στιγμές.
Τα δάχτυλα τώρα της Ελίζας ταξίδευαν επάνω στα πλήκτρα.
Έπαιζε ακόμα, όταν έφτασε το θλιβερό μαντάτο.
Σαν σε όνειρο είδε τους καλεσμένους να μουρμουρίζουν μερικά λόγια παρηγοριάς και να αποχωρούν… σαν σε όνειρο άκουσε τη δυνατή κραυγή της μητέρας της. Δε σταμάτησε, συνέχισε να παίζει… να παίζει… όλο και πιο δυνατά.
«Σταμάτα επιτέλους!!!» ούρλιαξε η Σιλβί. «Χάθηκε, πάει!!!!!»
Ο Λέοντας Χαριτίμου, ο καπεταν-Λιοντάρι, που δάμαζε τα κύματα, είχε χαθεί στην αγκαλιά της θάλασσας, την ώρα που η Ελίζα έπαιζε το μουσικό κομμάτι που τόσο εκείνος λάτρευε.
****
Η ανάμνηση έκανε μια μικρή σταγόνα δάκρυ να ξεπροβάλλει δειλά από τα μάτια της Ελίζας. Ύστερα κι άλλη… κι άλλη… μέχρι που το πρόσωπό της μούσκεψε…
Πόσα χρόνια είχα να κλάψω; Πόσα; Αναρωτήθηκε μέσα της.
Ω ναι… από τότε που… που έπεσε πάνω μου το σκοτάδι, έδωσε αμέσως την απάντηση.
Κλάψε, ψυχή μου, κλάψε, φεγγάρι μου να ξαλαφρώσεις… κι άσε με να τα πιω τα δάκρυά σου σαν νάμα… άσε με να τα πάρω μέσα μου φυλαχτό παντοτινό!!! αυτή η φωνή απ’ το χθες.
«Πού είσαι τώρα; Πώς χάθηκαν τα χρόνια;» φώναξε δυνατά.
Ο καθρέφτης απέναντι έμοιαζε να την κοροϊδεύει.
Θυμήσου, λοιπόν! μια φωνή μέσα της. Θυμήσου…. τι έκανες…. θυμήσου…. αλήθεια τη μάνα σου τη θυμάσαι καθόλου;
«Όχιιιιιιιιιι!!!» έβγαλε μια δυνατή φωνή. «΄Οχιιιιιιι, δε θέλω… δε θέλω…»
Πρέπει…..., η ίδια φωνή ξανά.

(συνεχίζεται)


Copyright, Σμαραγδή Μητροπούλου, 2016