Τρίτη 8 Ιουλίου 2014

Η ιστορία του σπιτικού μας…


Λεγόταν και κονάκι… 
Ξενόφερτοι, στα περισσότερα μέρη, οι χτιστάδες. Ονομαστοί στο είδος αυτό κυρίως οι Ηπειρώτες και οι Λαγκαδιανοί. Δουλεύανε συντροφικά και κουβαλούσαν μαζί τους κι όλο τον απαραίτητο εξοπλισμό για τη δουλειά τους. Σε κάθε χωριό που πήγαιναν...

δεν έχτιζαν μόνο ένα σπίτι, γι’ αυτό και η εργασία τους ήταν ομαδική. Έφερναν μαζί τους και αρκετά ζώα (κυρίως μουλάρια), για να κουβαλούν τον ασβέστη από το καμίνι, την άμμο από τις ποταμιές, την πέτρα για την τοιχοποιία την κουβαλάγανε από τα νταμάρια που δουλεύανε οι φουρνελατζήδες, το νερό από τα πηγάδια ή τις δημόσιες βρύσες και γενικά για όλες τις απαραίτητες εργασίες.
Στο άνοιγμα των θεμελίων απαραίτητο ήταν το σφάξιμο του κόκορα και στην περίπτωση  που ο νοικοκύρης ήτανε πιο εύπορος, τότε αντί για κόκορα σφάζανε αρνί (πολύ παλιό έθιμο). Όταν ολοκληρωνόταν η οικοδομή, σε πολλά μέρη, όλοι οι συγγενείς κι οι φίλοι κρέμαγαν ένα μαντίλι (συνήθως μεταξωτό). Αυτά τα έπαιρναν οι χτίστες.
Ήταν δίπατα. Χτισμένα τα περισσότερα με πέτρα, ξύλο ή και με πωρόλιθο. Αργότερα χρησιμοποιήθηκαν οι πλίθες (για τα φτωχόσπιτα) και τα τούβλα (για περισσότερο ευκατάστατους).
Η στέγη με πλάκες πέτρας, τσίγκο ή κεραμίδια, είχε μεγάλη κλίση, για τα χιόνια και τις βροχές και προεξείχε πολύ πάνω από τις προσόψεις.
Το πάνω πάτωμα (1ος όροφος) το ανώι και το κάτω (ισόγειο) το κατώι. Το ανώι είχε 2-3 δωμάτια και προοριζόταν για τη διαμονή της μεγάλης (συνήθως) αγροτικής οικογένειας ή για φιλοξενία για κάποιους επισκέπτες (ο Δοξάτος όπως το έλεγαν στην Καστοριά) .
Δύο μεγάλα δωμάτια κι ανάμεσά τους ένα μικρό. Το ένα από τα 2 μεγάλα ήταν το σαλόνι του σπιτιού, με σανιδένιο πάτωμα. Το μικρό, ανάλογα με τις ανάγκες της οικογένειας, άλλαζε χρήση. Το άλλο μεγάλο δωμάτιο ήταν το πρόχειρο (με διάφορες τοπικές ονομασίες), αλλά και το πιο σημαντικό. Από εκεί ήταν και η κύρια είσοδος στο σπίτι. Όλη η λάτρα του σπιτιού, γινόταν στο πρόχειρο δωμάτιο.
Επίσης εδώ δέσποζε το τζάκι, το πιο πολύτιμο μέρος (ίσως) σε μια αγροτική κατοικία. Μόνιμη παρουσία στο τζάκι η πυροστιά ή σιδεροστιά, ένας κυκλικός ή τριγωνικός μεταλλικός τρίποδας. Αποτελούσε το βασικό εργαλείο της νοικοκυράς, γιατί πάνω σ’ αυτό έβαζε κάθε κουζινικό σκεύος (π.χ. τηγάνι, τέντζερη, τσουκάλι, ταψί, σκάρα)  για να ετοιμάσει το φαγητό. Τα βοηθητικά όργανα, εκεί κι αυτά.
Η μασιά, για να ανακατεύουν τα κάρβουνα κι η τσιμπίδα, για να τα πιάνουν όταν σκόρπαγαν. Ο χώρος στο γείσωμα του τζακιού ήταν πολύ χρήσιμος για τη νοικοκυρά, που τον αξιοποιούσε με τον καλύτερο τρόπο. Εκεί πάνω τοποθετούσε πράγματα αμέσου χρήσεως. Μια σειρά από πήλινα βάζα, στα οποία έβαζε το αλάτι, τη ρίγανη, το αλεύρι για το τηγάνισμα, το τσάι του βουνού ή τη φασκομηλιά κι ότι άλλο την εξυπηρετούσε. Δεξιά κι αριστερά υπήρχαν πολλά ξύλινα ράφια για τα χαλκώματα και τα τσουκάλια.
Επίσης πολλά καρφιά στους τοίχους, όπου κρέμαγε πολλές πάνινες σακούλες με τρόφιμα όπως τραχανά, χυλοπίτες, μπουλουγούρι, κριθαρένια παξιμάδια, σταφίδες και άλλα. Πάνω ψηλά, κρεμασμένη στα δοκάρια της σκεπής, μια πλατιά τάβλα, μήκους περίπου 2 μέτρων, που πάνω εκεί έβαζαν όλα τα καρβέλια μετά από το ξεφούρνισμα και τα σκέπαζαν μ’ ένα στενόμακρο πανί.
Σ’ ένα άνοιγμα στον τοίχο, που είχε μετατραπεί σε ντουλάπι με εσωτερικά ράφια, τοποθετούσαν όλα τα πιατικά, τα μαχαιροπίρουνα, τα κουτάλια, τις κούπες και τα ποτήρια.
Σ’ άλλο ειδικά διαμορφωμένο χώρο, υπήρχε θέση για το βαρελάκι με το πόσιμο νερό από την κεντρική βρύση του χωριού, απ’ όπου το κουβάλαγαν. Σε μια άκρη του δαπέδου υπήρχε μια μεγάλη στάμνα με το νερό της λάτρας και στη σειρά μικρότερες στάμνες - κιούπια - διαφορετικού μεγέθους για τη γλίνα, τη ντομάτα και το πετιμέζι. Στον τοίχο κρεμασμένος κι ο σοφράς ή τάβλα, ένα χαμηλό τραπέζι, συνήθως στρογγυλό, ύψους 20 εκατοστών. Την ώρα του φαγητού το ξεκρέμαγαν και κάθονταν όλοι τριγύρω σε σκαμνάκια.
Η σάλα του σπιτιού δεν πολυπατιότανε. Προοριζόταν για τους μουσαφίρηδες. Οι πλούσιες οικογένειες είχαν σιδερένια κρεβάτια, ενώ οι φτωχοί είχαν ξύλινες σανίδες για να μπαίνει πάνω το στρώμα, συνήθως από άχυρο.
Σ’ αυτό το δωμάτιο, αριστερά της εισόδου και πάνω ψηλά δέσποζε το εικονοστάσι, με τις εικόνες και τα στέφανα των νοικοκυραίων. Πιο πέρα, ο μεγάλος γιούκος με όλα τα στρωσίδια καλοδιπλωμένα και τοποθετημένα προσεκτικά το ένα πάνω στο άλλο. Βελέντζες, μπατανίες, χράμια και το πάπλωμα για τους επισκέπτες, όλα σκεπασμένα με μια μεγάλη φανταχτερή μπατανία. Ντουλάπα με τη σημερινή μορφή δεν υπήρχε. Τα ρούχα της οικογένειας βρίσκονταν σε ένα παραπέτασμα κρυμμένα με μια μπατανία κι αυτά.
Σ’ ένα μπαούλο (φορτσέρι, σεντούκι), κλειδώνονταν αντικείμενα κάποιας αξίας, αχρησιμοποίητος ρουχισμός & πολλές φορές τα γλυκά του σπιτιού. 
Ένα μεγάλο τραπέζι στο μέσο του δωματίου, σκεπασμένο μ’ ένα κεντημένο τραπεζομάντιλο, και γύρω-γύρω καρέκλες. Κυρίαρχη θέση πάνω στο τραπέζι ή στον τοίχο κρεμασμένη, είχε η λάμπα πετρελαίου (λουσέρνα), που άναβε στη κυριολεξία με το σταγονόμετρο καθώς το πετρέλαιο ήταν πολύ ακριβό για τα δεδομένα της εποχής.
Στην πρόσοψη του σπιτιού δέσποζε η λόντζα, χαγιάτι ή το λιακό, ένα είδος βεράντας που αποτελούσε και την είσοδο στο ανώι. Ανάλογα με το ύψος της οικοδομής ήταν και το ύψος της σκάλας για τη λόντζα.
Το κατώι προοριζόταν κυρίως για τα ζώα. Η χρησιμότητά τους ήταν μοναδική. Ήτανε λοιπόν επόμενο να τα φροντίζουν πολύ. Για τον ίδιο λόγο, η απώλεια κάποιου ζώου, αποτελούσε βαρύ πλήγμα για την οικογένεια που το έχανε. Αν κάποια οικογένεια δεν μπορούσε να φτιάξει δίπατο σπίτι, τότε για τα ζώα κατασκεύαζε ένα καλυβάκι. Δεμένα με τέτοιο τρόπο, ώστε το ένα να μην ενοχλεί το άλλο. Σε κάποιο χώρο έβαζαν το άχερο, τη βρώμη και το σανό. Ένα μικρό τμήμα του κατωγιού τον χρησιμοποιούσε η οικογένεια το χειμώνα. Στο κατώι υπήρχε επίσης το βαγένι με το κρασί, και στον τοίχο κρεμασμένες οι πλεξούδες με τα κρεμμύδια και τα σκόρδα. 
Για 2 ζώα υπήρχε ξεχωριστός χώρος. Ο λώζος για το γουρούνι και το κοτέτσι για τις κότες. Μάλιστα, για να μην ξενογεννάνε οι κότες, μέσα στο κοτέτσι τους έφτιαχναν ένα ειδικό χώρο κι εκεί απαραιτήτως έβαζαν ένα αβγό, το φώλι ή φώλο, για να το βλέπει και να μπαίνει η κότα να γεννήσει εκεί. Και στον λώζο και στο κοτέτσι, απαραίτητη η κορύτα γεμάτη με νερό.
Στην αυλή, τέλος, αποθηκεύονταν σε ντάνες (τρακάδες) τα ξύλα και τα κλαριά για τις ανάγκες του σπιτιού. Σε κάποιο σημείο δέσποζε ο φούρνος, απαραίτητος για κάθε σπίτι κι αυτό γιατί εκείνη την εποχή δεν υπήρχε έτοιμο ψωμί, ούτε επαγγελματίας φούρναρης.

Μεγάλο μειονέκτημα βέβαια, αποτελούσε το γεγονός ότι δεν υπήρχε τουαλέτα, στον εσωτερικό χώρο του σπιτιού. Η αρχιτεκτονική των χτιστάδων δεν προέβλεπε κάτι τέτοιο. Αναγκαστικά έπρεπε να βρεθεί χώρος κάπου στην αυλή. Η λύση ήταν ένα πρόχειρο κτίσμα, μια λύση ανάγκης, όχι και τόσο ελκυστική, αντίθετα ανθυγιεινή. Η ολοκληρωτική λύση του προβλήματος δόθηκε από την ελληνική κοινωνία γύρω στο 1960.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Λαϊκές Παραδόσεις, Σταύρος Αβδούλος - Εκδόσεις Φιλίστωρ (users.sch)