Κυριακή, 28 Μαΐου 2017

Οι κορδέλες της εκδίκησης… Μέρος 8


Η απουσία της ήδη τον στοίχειωνε. Οι τύψεις, μαζί...
με τα θυμωμένα λόγια του Αυγουστή, άρχισαν να του ανοίγουν τα μάτια και να συνειδητοποιεί πόσο ανόητα, πόσο εγκληματικά είχε φερθεί. Αγάπη σαν αυτής της γυναίκας δεν θα ξανάβρισκε ποτέ.
Έβγαλε από την τσέπη του τη φωτογραφία της, τη φίλησε κι έκλαψε. Ναι, αυτός ο λογικός, ο τόσο εγκεφαλικός τύπος, έκλαψε.
Ο Αυγουστής στράφηκε προς το μέρος του.
«Πάψε!», του φώναξε. «Μόνο εγώ έχω δικαίωμα να κλάψω….εγώ…που σαν Παναγιά τη λάτρεψα…!.Μην κλαις…πάψε…πάψε..πάψε…»
Ο Άγγελος έπεσε σπαράζοντας στην αγκαλιά του φίλου του.
«Συγνώμη…», ψέλλισε. «Κι από εκείνη κι από εσένα…δεν έπρεπε…δεν έπρεπε…!»
Είχε γραπωθεί πάνω του σαν να ήταν το μοναδικό του καταφύγιο…
«Σκοτεινιάζει…», ξανάπε, σαν ηρέμησε κάπως. «Αυτό…αυτό το γράμμα μου’ μεινε τώρα…και….»
«Εγώ…εγώ θα’ χω κάτι παραπάνω…το τελευταίο της φιλί….», είπε ο Αυγουστής.
Έκλεισε τα μάτια του.
Όταν η νύχτα μυρίσει ίριδα και γιασεμί,
είναι η αγάπη μου που θα ‘ρχεται να σου χτυπά το παραθύρι, ψιθύρισε.
«Δεν…δεν…», κόμπιασε ο Άγγελος.
«Μόνο για μένα, Αριάδνη, ψυχή μου, μόνο για μένα…».
Ο Άγγελος χαμήλωσε το βλέμμα ντροπιασμένος.
Ωστόσο….
«Δικό σου το φιλί της λίγο πριν το τέλος…και τα όμορφα λόγια της…κι αυτά δικά σου…θα’ λεγα πως….πως κέρδισες…!»
«Τελικά, δεν σε αγγίζει τίποτα εσένα!» είπε ο Αυγουστής, ρίχνοντας μια δολοφονική ματιά που φώναζε όλο το μίσος που γεννήθηκε ξαφνικά μέσα του γι’ αυτόν που κάποτε θεωρούσε φίλο κι αδελφό.
Για μια στιγμή μόνο.
Ύστερα το βλέμμα του στράφηκε πάλι πονεμένο στη θάλασσα σαν να γύρευε απ’ αυτήν να του φέρει πίσω ό,τι είχε αγαπήσει και ποθήσει πιο πολύ στη ζωή του.
«Εκείνη αφέθηκε σε κύματα θαλασσινά…έφυγε…μα είναι εδώ….ζει εδώ μέσα», ψιθύρισε βάζοντας το χέρι στο μέρος της καρδιάς.
«Εσύ, όμως, εσύ είσαι από καιρό νεκρός!» συνέχισε με παγερή φωνή.
Σηκώθηκε κρατώντας ακόμα το φόρεμα στην αγκαλιά του.
«Όποιος μένει κοντά σου, χάνει την ψυχή του, Άγγελε!»
Ο Άγγελος κάτι πήγε να πει, όμως ο Αυγουστής τον έκοψε, σηκώνοντας το χέρι του, δίχως να τον κοιτάζει.
«Δεν υπάρχει τίποτα πια…! Φύγε….!»
«Μα…»
«Φύγε, λοιπόν….φύγε….φύγε…φύγε!» η φωνή του Αυγουστή έσταζε πόνο, οργή και μίσος μαζί.
(συνεχίζεται)

Copyright, Σμαραγδή Μητροπούλου, 2017