Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 2020

Θάλασσα…

 


Θάλασσα, μια ήρεμη δύναμη. Ταξιδεύει το βλέμμα...

μακριά πέρα από τον ορίζοντα και το γαλάζιο της γεμίζει την ψυχή γαλήνη απίστευτη. Μια γαλήνη που μπορεί να ανατραπεί  σαν την ίδια την θάλασσα, εκεί που την βλέπεις ‘’λάδι’’ έρχεται ο άνεμος την τσιγκλάει και γίνεται τέρας, που μπορεί να καταστρέψει πόλεις ολόκληρες.

Στεκόταν στην προβλήτα. Το νησί άδειο από κόσμο. Χειμώνας καιρός. Κρύο αλλά η γαλάζια θεά ταξίδευε γαλήνια και κάπου κάπου σήκωνε ένα μικρό κομματάκι να χαιρετίσει τον αέρα που την χάιδευε απαλά. Η αλμύρα της άγγιζε τα μαλλιά της Μαίρης που κάλυπταν τους ώμους της. Η ώρα αυτή ήταν η καλύτερη της ημέρας για εκείνη. Η νύχτα έπεφτε και το σιωπηλό της τραγούδι της γαλήνευε την ψύχη. Λάτρευε την ηρεμία, πάσχιζε να βρει μια στιγμή να την απολαύσει πέρα από τις φωνές και τις μουσικές της νυχτερινής ζωής του νησιού.

Είχε βρεθεί εκεί για επαγγελματικούς λόγους. Μια παλιά οικεία του νησιού χρειαζόταν ανακαίνιση, είχαν προτείνει την Μαίρη για αυτή τη δουλειά. Ήταν πολύ καλή στην δουλειά της, είχε καταφέρει να φτιάξει πολύ καλό όνομα στην Αθήνα και όχι μόνο. Έτσι κάποιος ευχαριστημένος πελάτης από την δουλειά της, μίλησε στον ιδιοκτήτη της νεοκλασικής οικίας και εκείνη βρέθηκε να ταξιδεύει για ένα από τα πιο όμορφα νησιά των Κυκλάδων. Αυτά ήταν τα καλά της δουλειάς της. Δεν είχε μια συγκεκριμένη βάση, έδρα της εργασίας της φορολογικά τουλάχιστον ήταν το σπίτι της, έτσι δεν έμενε ποτέ στο ίδιο σημείο με μια βαλίτσα και πολλά σχέδια είχε ταξιδέψει σχεδόν σε όλη την Ελλάδα.

Αγαπούσε αυτό που έκανε, το σπούδασε με κόπο αφού έπρεπε να μετακομίσει σε άλλη περιοχή από αυτή που διέμενε. Δούλεψε ώστε να καταφέρει να πληρώνει το νοίκι και το φαγητό της. Η Μαίρη προερχόταν από μια απλή, φτωχική οικογένεια της Αρκαδίας. Μαζί με τους γονείς της δούλευε τις ελεύθερες ώρες της στο χωράφι –το ένα και μοναδικό που είχε η οικογένεια- και όταν μπορούσε πήγαινε με τον πατέρα της στην λαϊκή αγορά για να πουλήσουν τα προϊόντα του χωραφιού τους. Είχε μια μικρότερη αδερφή. Πολύ καλές μαθήτριες και οι δυο. Εκτιμούσαν τον κόπο των γονιών τους και αρκούνταν με τα λίγα που τους προσέφεραν με αγάπη.

(Συνεχίζεται…)

Κατερίνα Κονίτσα Σωπύλη