Δευτέρα, 20 Ιουλίου 2020

«Ξεφυλλίζοντας το λεύκωμα της Κάλλης», συντροφιά με την Βάσω Ζαφειροπούλου



Κατασταλαγμένη, ώριμη και αποφασισμένη για τα θέλω της...
από μικρή. Με αγάπη και αδυναμία στο διάβασμα, στα παιδιά και στο θέατρο. Με μνήμες και αναμνήσεις ξεκάθαρες, χαραγμένες βαθιά μέσα της, ξεκινά το ταξίδι που από μικρή  ονειρευόταν και τόλμησε να κάνει πράξη!


Ένα ταξίδι που ξεκινά από τα παιδικά μας χρόνια, τότε που κάναμε όνειρα, πλάθαμε ιστορίες για το αύριο και γράφαμε τα πάντα στο «Λεύκωμά μας».

Εσείς, είχατε λεύκωμα;
Λεύκωμα δεν είχα εγώ, αλλά είχαν φίλες μου, οπότε έγραφα τις σκέψεις μου απαντώντας στις ερωτήσεις τους. Είχα όμως ημερολόγιο που το θεωρούσα μια κρυφή μου φίλη, την πιο αγαπημένη, που της έλεγα όλα τα μυστικά μου.

Που το κρύβατε συνήθως;
Η αλήθεια είναι πως κάθε τόσο του άλλαζα θέση, γιατί δεν ήθελα να το ανακαλύψει κανείς, ιδιαίτερα ο πατέρας που ήταν πολύ αυστηρός! Πότε στη βιβλιοθήκη, πίσω από άλλα βιβλία, πότε σε κάποιο συρτάρι του γραφείου, στο βάθος του, και γενικά το εφηβικό μου δαιμόνιο  ανέπτυσσε μεγάλη δραστηριότητα, με επιτυχία.

Πως ήταν το παιδικό σας δωμάτιο;
Το μοιραζόμουνα με την αδελφή μου. Απλό, με τα κρεβάτια μας, τη βιβλιοθήκη μας, το γραφείο μας, πάντα καθαρό και περιποιημένο, γιατί η μητέρα απαιτούσε τάξη και καθαριότητα!!

Ποια περιοδικά διαβάζατε;
Όσο κι αν σας φαίνεται περίεργο, αυτή τη στιγμή μου ήρθε στο νου ο Μικρός Ήρωας-ο Γιώργος θαλάσσης-που ξέκλεβα απ’ τα ξαδέλφια μου και τρελαινόμουνα να τα διαβάζω. Θυμάμαι, βέβαια, τα Κλασικά εικονογραφημένα που μας έφερνε ο πατέρας, απ’ όπου με εικόνες είχαμε μπροστά μας ιστορίες ολόκληρες, λογοτεχνήματα μεγάλης αξίας που μας συνόδεψαν για χρόνια.

Ποιο ήταν το επάγγελμα που θέλατε να κάνετε;
Η κλίση μου είχε φανεί από μικρή, καθώς συγκέντρωνα στον κήπο μας τα πιτσιρίκια της γειτονιάς και τους έκανα τη δασκάλα. Και αυτό έγινα-καθηγήτρια-μετά από αγώνα για να επιβάλω την προτίμησή μου, αφού οι γονείς τότε επέμεναν στη δική τους επιλογή!

Ποιο ήταν το πρώτο βιβλίο που γράψατε;
«Ο πατέρας αφέντης».


Θυμάστε την πρώτη παρουσίαση βιβλίου σας;
Ναι, στα τέλη του 1997.

Ποιο είναι το αγαπημένο σας βιβλίο;
Δεν έχω ένα. Υπάρχουν πάμπολλα ωραία βιβλία που τα αγαπώ πολύ και μου έχουν προσφέρει ικανοποίηση. Ξεκινώντας απ’ το πρώτο δώρο ενός θείου, στα δεκατρία μου, το «Κάστρο», του Κρόνιν-αξέχαστο για μένα-έως την εξαιρετική ελληνική και ξένη παραγωγή των ημερών μας, δυσκολεύομαι να ξεχωρίσω κάποιο από φόβο πως θα αδικήσω άλλα!

Ποια ήταν η αγαπημένη σας ταινία στα εφηβικά σας χρόνια;
Πολλές, αλλά αυτή που μου έρχεται στο μυαλό τούτη τη στιγμή ως την πιο εντυπωσιακή για τότε είναι το «Όσα παίρνει ο άνεμος»! Την είχα δει και διαβάσει το βιβλίο πολλές φορές!

Σινεμά ή θέατρο;
Και τα δύο ήταν και είναι αγαπημένα. Τότε όμως είχα εντυπωσιαστεί τρομακτικά από το θέατρο. Εξακολουθώ να το λατρεύω!

Τηλεόραση παρακολουθούσατε; Ποιο ήταν το αγαπημένο σας σίριαλ;
Άκουγα πολύ ραδιόφωνο. Και εξακολουθώ και σήμερα.

Αναμνήσεις ή όνειρα; Σε ποιο από τα δύο υπήρχαν περισσότερες αναφορές;
Περισσότερο τα όνειρα κυριαρχούσαν στον κόσμο μου. Άλλωστε και σήμερα ακόμα τα όνειρα παίζουν σημαντικό ρόλο στη ζωή μου!

Ποια ευχή κάνατε, πριν πέσετε για ύπνο;
Απ’ ό, τι μπορώ να ανασύρω απ’  τη μνήμη μου, η αγωνία μου είχε σχέση με την υγεία των δικών μου ανθρώπων και φυσικά με το σχολείο. Οι καθηγητές ήταν αυστηροί, οι βαθμοί δεν εξασφαλίζονταν εύκολα, άρα, με απορροφούσαν σχεδόν ολοκληρωτικά, στην εφηβεία!

Περιγράψτε μας μια όμορφη ιστορία από τα παιδικά σας χρόνια… Την έχετε βάλει σε κάποιο βιβλίο σας;
Δεν ξέρω αν είναι όμορφη, αλλά κυριαρχεί στη σκέψη μου ακόμα και τώρα, οπότε προτιμώ να σας την περιγράψω: Στον κήπο υπήρχε ένας ιδιαίτερος χώρος, περιφραγμένος, όπου ο πατέρας έτρεφε ένα γουρουνάκι που το θυσίαζε κάθε Πάσχα. Αυτή τη μελλοντική θυσία, όμως, δεν την είχαν αντιληφθεί τα 5 μου χρόνια! Στο μεταξύ, είχα πιάσει ιδιαίτερες φιλίες και εκδήλωνα αισθήματα βαθιάς αγάπης προς το γουρουνάκι μου, καθημερινά, εγώ έξω απ’ την περίφραξη, και κείνο μέσα στη λάσπη του και τα χορταστικά μουγκρητά του.
Ο χρόνος ωστόσο, ως γνωστόν, είναι αμείλικτος. Έτσι και στην περίπτωσή μας. Και για την αμοιβαία σχέση μας, αλλά και για τα «εγκληματικά» σχέδια του πατέρα. Είχε φτάσει πια η ώρα του αποχωρισμού. Επειδή ο πατέρας είχε, φαίνεται, καταλάβει ως πού είχε προχωρήσει….η σχέση μου με το γουρουνάκι και επειδή, ως προνοητικός και έξυπνος γονιός, φανταζόταν το δράμα που θα ακολουθούσε, είχε οργανώσει μια έντεχνη απομάκρυνσή μου: θα πήγαινα ταξίδι στο Αίγιο, στην αδελφή του, με το τραίνο, όπου ο νονός μου ήταν ελεγκτής! Παράδοση-παραλαβή, όπως θα καταλάβατε. Η ιδέα μου άρεσε, όπως λατρεύω ακόμα μέχρι τώρα κάθε εκδρομική προσφορά!
Πρωί-πρωί, λοιπόν, της επίμαχης αποφράδας ημέρας, στήθηκα μπροστά στο συρματόπλεγμα, με τα δάχτυλά μου αγκιστρωμένα πάνω του και άρχισα να προφέρω λόγια αποχαιρετισμού, τρυφερά και θερμά, προσέχοντας να ενημερώνω το τροφαντό μου γουρουνάκι πως ο χωρισμός μας θα ήταν σύντομος και πως θα τα ξαναλέγαμε, οπότε δεν θα του άφηνα καμιά λεπτομέρεια απ’ έξω. Ο φίλος μου πλατσούριζε μέσα στις λάσπες του, σχετικά αδιάφορος, ρίχνοντάς μου πότε-πότε και καμιά γουρουνίσια ματιά. Εγώ πάντως συνέχιζα, ακάθεκτη, να τον….παρηγορώ.
Επειδή έχει αποδειχθεί πως κάθε εγκληματική πράξη έχει και το ή τα αδύνατα σημεία της, που αποκαλύπτουν το έγκλημα, είχε φτάσει η ευαίσθητη αυτή στιγμή και στη δική μας ιστορία. Ενώ ήμουν αφοσιωμένη στους λυρικούς μου αποχαιρετισμούς, άκουσα κουβέντες, με άγνωστή μου φωνή, απ’ το σπίτι. Έστρεψα το κεφάλι προς τα πίσω και τότε αντίκρισα ένα γιγαντιαίο άντρα να έρχεται προς το μέρος μας με βήματα ανάλογα με το μπόι του. Στην είσοδο της κουζίνας-θυμάμαι-η μητέρα στεκόταν αμήχανη. Ο πατέρας είχε πεταχτεί ν’ αγοράσει τσιγάρα.
Η εμφάνιση εκείνου του αγροίκου είχε σημάνει συναγερμό μέσα μου. Όσα δεν μπορούσε η λογική να μου προσφέρει εκείνες τις δραματικές στιγμές, μού τα μήνυσε το ένστικτο. Η όψη μου αγρίεψε, τα δάχτυλά μου σφίχτηκαν γύρω απ’ το συρματόπλεγμα και αγκιστρώθηκα ακόμα πιο σφιχτά, έτοιμη για άμυνα!
«Θα μας βλέπεις και συ;» ρώτησε ο ανεκδιήγητος ουρανοκατέβατος μ’ ένα χαμόγελο που φανέρωσε κάτι δόντια ακανόνιστα και κίτρινα.
Τον κοιτούσα εχθρικά με διάθεση να του ριχτώ, ακόμα δεν ήξερα γιατί. Τότε, όμως, ακούστηκε η φωνή του πατέρα.
«Νωρίς ήρθες, Μιχάλη», φώναξε, ήρθε κοντά μου κι άρχισε να μου μιλάει. Δεν θυμάμαι τα λόγια του, θυμάμαι το γοερό, θρηνητικό μου κλάμα και τον απροσμέτρητο πόνο που κυρίευε τη μικρή μου ύπαρξη. Θυμάμαι να μένω αγκιστρωμένη, σπαρταρώντας και να ουρλιάζω για ώρα πολλή. Καταλάβαινα άραγε τι θα επακολουθούσε; Σήμερα δεν είμαι σίγουρη αν καταλάβαινα. Ένιωθα, όμως, βαθιά το τραγικό της στιγμής και υπέφερα πενθώντας. Όταν πια κουράστηκα να αντιστέκομαι, τα δάχτυλά μου χαλάρωσαν κι έτσι μπόρεσε ο πατέρας να με απομακρύνει πιο ήρεμα.
Το γουρουνάκι μου θυσιάστηκε, ερήμην μου, ενώ εγώ έκανα το πρώτον της ζωής μου ταξίδιον με θλίψη και δάκρυα φριχτού αποχωρισμού.
Αυτή είναι μια ανάμνηση που δεν την έχω αναφέρει σε κανένα απ’ τα βιβλία μου και που, ακόμα και τώρα, όπως αποδεικνύεται, εξακολουθεί να είναι χαραγμένη βαθιά μέσα στη συνείδησή μου!!


Γεννήθηκα και ζω στην Αθήνα. Έχω βγάλει τη φιλοσοφική σχολή Αθηνών, τη σχολή δημοσιογραφίας, το γαλλικό Ινστιτούτο. Έχω μάθει γερμανικά και αγγλικά. Δίδαξα σε ιδιωτικά και δημόσια λύκεια. Γράφω σε περιοδικά και ιστοσελίδες. Έχω εκδώσει τέσσερα μυθιστορήματα.
1.     «Ο πατέρας αφέντης» εκδόσεις Μπουκουμάνη 1997
2.      «Παράξενη Ζωή»  εκδόσεις Μπουκουμάνη 2002
3.     «Τελευταία στάση» εκδόσεις Άνεμος 2016
4.     «Τα κορίτσια πίσω απ’  τη χαραμάδα» 2018

(Για τον aylogyros news & την Καλλιόπη Γραμμένου)